
Η Γαύδος, το νοτιότερο άκρο της Ευρώπης, κουβαλά μια μακρά και συναρπαστική ιστορική διαδρομή που ξεκινά από τα βάθη της προϊστορίας. Αρχαιολογικά ευρήματα αποδεικνύουν την ανθρώπινη παρουσία στο νησί ήδη από τη Νεολιθική και Παλαιολιθική εποχή, ενώ στη συνέχεια η στρατηγική γεωγραφική του θέση το κατέστησε σημαντικό ναυτικό σταυροδρόμι κατά τη Μινωική, τη Ρωμαϊκή και τη Βυζαντινή περίοδο. Στην ελληνική γραμματεία και μυθολογία, η Γαύδος έχει ταυτιστεί από πολλούς μελετητές με την ομηρική Ωγυγία, το μυθικό και απομονωμένο νησί της νύμφης Καλυψώς, όπου ο Οδυσσέας πέρασε επτά χρόνια αιχμαλωσίας κατά την επιστροφή του στην Ιθάκη.
Με την πάροδο των αιώνων και την έξαρση της πειρατείας στη Μεσόγειο κατά τον Μεσαίωνα, το νησί άρχισε σταδιακά να ερημώνει, καθώς αποτελούσε εύκολο στόχο και ιδανικό ορμητήριο για τους πειρατές. Αργότερα, η Γαύδος ακολούθησε την ιστορική μοίρα της γειτονικής Κρήτης, περνώντας αρχικά υπό την κυριαρχία των Ενετών και στη συνέχεια, το 1665, στα χέρια των Οθωμανών, οι οποίοι την ονόμασαν Μπαμπάντο. Παρά τις διοικητικές και ιστορικές αλλαγές, ο πληθυσμός του νησιού παρέμεινε περιορισμένος και αποκομμένος από τις μεγάλες εξελίξεις της ηπειρωτικής χώρας, διατηρώντας ωστόσο έναν ιδιαίτερο, αυτόνομο χαρακτήρα.
Στη νεότερη ελληνική ιστορία του 20ού αιώνα, η Γαύδος απέκτησε μια ιδιαίτερη και φορτισμένη ταυτότητα, καθώς λειτούργησε ως τόπος εξορίας για εκατοντάδες πολιτικούς κρατούμενους κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και της δικτατορίας του Μεταξά. Οι εξόριστοι αυτοί συμβίωσαν αρμονικά με τους λιγοστούς ντόπιους και άφησαν το στίγμα τους στο νησί, χτίζοντας μάλιστα μερικά από τα πέτρινα κτίσματα που σώζονται μέχρι σήμερα. Μετά τα μέσα του αιώνα, η εσωτερική μετανάστευση οδήγησε τους περισσότερους κατοίκους προς τα αστικά κέντρα της Κρήτης, διαμορφώνοντας τη σημερινή εικόνα του νησιού ως ενός εμβληματικού και παγκοσμίως γνωστού προορισμού εναλλακτικού τουρισμού.